μελιχρός
μελιχρός
μελιχρός, ά, όν
μέλι
honey-sweet, Theocr.:—metaph., of Sophocles, Anth.:—comp. adv. μελιχρότερον, Anth.
{ "content": "μελιχρός\n μελιχρός, ά, όν\n μέλι\n honey-sweet, Theocr.:—metaph., of Sophocles, Anth.:—comp. adv. μελιχρότερον, Anth.", "key": "melixro/s" }