Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μελεοπόνος
μέλεος
μελεόφρων
μέλε
μελεσίπτερος
μελετάω
μελέτημα
μελέτη
μελετηρός
μελετητέος
μελετητήριον
μελέτωρ
μεληδών
μέλημα
μελησίμβροτος
μελητέος
Μελητίδης
μελία
μελίβρομος
μελίγδουπος
μελίγηρυς
View word page
μελετητήριον
μελετητήριον μελετητήριον, ου, τό, μελετάω a place for practice, Plut.

ShortDef

a place for practice

Debugging

Headword:
μελετητήριον
Headword (normalized):
μελετητήριον
Headword (normalized/stripped):
μελετητηριον
IDX:
20619
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20640
Key:
melethth/rion

Data

{'content': 'μελετητήριον\n μελετητήριον, ου, τό,\n μελετάω\n a place for practice, Plut.', 'key': 'melethth/rion'}