Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μεῖον
μειόω
μειρακιεξαπάτης
μειρακιεύομαι
μειράκιον
μειρακιόομαι
μειρακίσκη
μειρακίσκος
μειρακιώδης
μειρακύλλιον
μεῖραξ
μείρομαι
μεῖστος
μείωμα
μείων
μελάγγαιος
μελάγκερως
μελαγκόρυφος
μελάγκροκος
μελαγχαίτης
μελάγχιμος
View word page
μεῖραξ
μεῖραξ .μεῖραξ, ακος, a young girl, lass, (μειράκιον being used of boys), Ar., etc.

ShortDef

a young girl, lass

Debugging

Headword:
μεῖραξ
Headword (normalized):
μεῖραξ
Headword (normalized/stripped):
μειραξ
IDX:
20544
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20565
Key:
mei=rac

Data

{'content': 'μεῖραξ\n .μεῖραξ, ακος,\n a young girl, lass, (μειράκιον being used of boys), Ar., etc.', 'key': 'mei=rac'}