μεθημερινός
μεθημερινός
μεθ-ημερῐνός, ή, όν
ἡμέρα
happening by day, in open day, Xen., Dem.
{ "content": "μεθημερινός\n μεθ-ημερῐνός, ή, όν\n ἡμέρα\n happening by day, in open day, Xen., Dem.", "key": "meqhmerino/s" }