μεθεκτέος
μεθεκτέος
μεθεκτέος, ον
verb. adj. of μετέχω
one must have a share of, τινός Thuc.
{ "content": "μεθεκτέος\n μεθεκτέος, ον\n verb. adj. of μετέχω\n one must have a share of, τινός Thuc.", "key": "meqekte/os" }