μεγαλοπραγμοσύνη
μεγαλοπραγμοσύνη
μεγᾰλοπραγμοσύνη, ἡ,
the disposition to do great things, magnificence, Plut.
from μεγᾰλοπράγμων
{ "content": "μεγαλοπραγμοσύνη\n μεγᾰλοπραγμοσύνη, ἡ,\n the disposition to do great things, magnificence, Plut.\n from μεγᾰλοπράγμων", "key": "megalopragmosu/nh" }