μεγαληγορέω
μεγαληγορέω
μεγᾰληγορέω,
fut. -ήσω
from μεγᾰλήγορος
to talk big, boast, Xen.
{ "content": "μεγαληγορέω\n μεγᾰληγορέω,\n fut. -ήσω\n from μεγᾰλήγορος\n to talk big, boast, Xen.", "key": "megalhgore/w" }