Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μέγαθος
μεγάθυμος
μεγαίρω
μεγακήτης
μεγακλεής
μεγαλάδικος
μεγαλαλκής
μεγαλαυχέω
μεγαλαυχία
μεγάλαυχος
μεγαλεῖος
μεγαλειότης
μεγαληγορέω
μεγαληγορία
μεγαλήγορος
μεγαληνορία
μεγαλήνωρ
μεγαλήτωρ
μεγαλίζομαι
μεγαλκής
μεγαλογνωμοσύνη
View word page
μεγαλεῖος
μεγαλεῖος μεγᾰλεῖος, α, ον μέγας magnificent, splendid, Xen.: τὰ μεγαλεῖα mighty works, NTest.:—adv. -ως, splendidly, Xen. of persons, stately, haughty, Xen.

ShortDef

magnificent, splendid

Debugging

Headword:
μεγαλεῖος
Headword (normalized):
μεγαλεῖος
Headword (normalized/stripped):
μεγαλειος
IDX:
20404
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20425
Key:
megalei=os

Data

{'content': 'μεγαλεῖος\n μεγᾰλεῖος, α, ον\n μέγας\n magnificent, splendid, Xen.: τὰ μεγαλεῖα mighty works, NTest.:—adv. -ως, splendidly, Xen.\n of persons, stately, haughty, Xen.', 'key': 'megalei=os'}