Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μαχητής
μαχητικός
μαχητός
μάχιμος
μαχιμώδης
μαχλάς
μάχλος
μαχλοσύνη
μάχομαι
μαχομένως
μαψαῦραι
μαψίδιος
μαψιλόγος
μαψιτόκος
μάψ
μαψυλάκας
μεγαθαρσής
μέγαθος
μεγάθυμος
μεγαίρω
μεγακήτης
View word page
μαψαῦραι
μαψαῦραι μαψ-αῦραι, ῶν, αἱ, αὔρα random breezes, squalls, gusts or flaws of wind, Hes.
ShortDef
random breezes, squalls, gusts
Debugging
Headword:
μαψαῦραι
Headword (normalized):
μαψαῦραι
Headword (normalized/stripped):
μαψαυραι
IDX:
20387
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20408
Key:
mayau=rai
Data
{'content': 'μαψαῦραι\n μαψ-αῦραι, ῶν, αἱ,\n αὔρα\n random breezes, squalls, gusts or flaws of wind, Hes.', 'key': 'mayau=rai'}