μαχλοσύνη
μαχλοσύνη
from μάχλος
μαχλοσύνη, ἡ,
lewdness, lust, wantonness, Il., Hdt.
{ "content": "μαχλοσύνη\n from μάχλος\n μαχλοσύνη, ἡ,\n lewdness, lust, wantonness, Il., Hdt.", "key": "maxlosu/nh" }