Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μαχαιροποιός
μαχαιροπώλης
μαχαιροπώλιον
μαχαιροφόρος
Μαχάων
μαχετέος
μαχήμων
μάχη
μαχητής
μαχητικός
μαχητός
μάχιμος
μαχιμώδης
μαχλάς
μάχλος
μαχλοσύνη
μάχομαι
μαχομένως
μαψαῦραι
μαψίδιος
μαψιλόγος
View word page
μαχητός
μαχητός μᾰχητός, ή, όν to be fought with, Od.
ShortDef
to be fought with
Debugging
Headword:
μαχητός
Headword (normalized):
μαχητός
Headword (normalized/stripped):
μαχητος
Intro Text:
μαχητός μᾰχητός, ή, όν to be fought with, Od.
IDX:
20379
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20400
Key:
maxhto/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μαχητός\n μᾰχητός, ή, όν\n to be fought with, Od.", "key": "maxhto/s" }