μαχαιροφόρος
μαχαιροφόρος
μᾰχαιρο-φόρος, ον
φέρω
wearing a sabre, Hdt., Aesch., etc.
{ "content": "μαχαιροφόρος\n μᾰχαιρο-φόρος, ον\n φέρω\n wearing a sabre, Hdt., Aesch., etc.", "key": "maxairofo/ros" }