μαχαιροποιεῖον
μαχαιροποιεῖον
μᾰχαιρο-ποιεῖον, ου, τό,
a cutlerʼs factory, Dem.
from μᾰχαιροποιός
{ "content": "μαχαιροποιεῖον\n μᾰχαιρο-ποιεῖον, ου, τό,\n a cutlerʼs factory, Dem.\n from μᾰχαιροποιός", "key": "maxairopoiei=on" }