Μαριανδυνός
Μαριανδυνός
Μαριανδῡνοί, οἱ,
Μαριανδῡνοί, οἱ, a people of Bithynia, Hdt., etc.:— Μαριανδυνὸς θρηνητήρ one who utters a wild, barbaric lament, Aesch.; cf. Κίσσιος.
{ "content": "Μαριανδυνός\n Μαριανδῡνοί, οἱ,\n Μαριανδῡνοί, οἱ, a people of Bithynia, Hdt., etc.:— Μαριανδυνὸς θρηνητήρ one who utters a wild, barbaric lament, Aesch.; cf. Κίσσιος.", "key": "*marianduno/s" }