Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Μαραθών
μαραίνω
μαράν
μαργαίνω
μαργαρίτης
μάργαρον
μαργάω
Μαργίτης
μαργόομαι
μάργος
μαργοσύνη
μαργότης
Μαρέη
μάρη
Μαριανδυνός
Μαριλάδης
μαρίλη
μαριλοπότης
μαρμαίρω
μαρμάρεος
μαρμάρινος
View word page
μαργοσύνη
μαργοσύνη μαργοσύνη, ἡ, = μαργότης, Theogn.
ShortDef
gluttony, lust
Debugging
Headword:
μαργοσύνη
Headword (normalized):
μαργοσύνη
Headword (normalized/stripped):
μαργοσυνη
Intro Text:
μαργοσύνη μαργοσύνη, ἡ, = μαργότης, Theogn.
IDX:
20289
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20310
Key:
margosu/nh
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μαργοσύνη\n μαργοσύνη, ἡ,\n = μαργότης, Theogn.", "key": "margosu/nh" }