μᾶ
μᾶ
shortd. Doric form for μάτηρ, μᾶ γᾶ for μῆτερ γῆ, Aesch.; μᾶ, πόθεν ἅνθρωπος; Theocr.
{ "content": "μᾶ\n shortd. Doric form for μάτηρ, μᾶ γᾶ for μῆτερ γῆ, Aesch.; μᾶ, πόθεν ἅνθρωπος; Theocr.", "key": "ma=" }