μαντεῖος
μαντεῖος
μαντεῖος, α, ον
poet. for μαντικός
oracular, prophetic, Pind., Aesch., etc.; μ. ἄναξ, i. e. Apollo, Eur.
{ "content": "μαντεῖος\n μαντεῖος, α, ον\n poet. for μαντικός\n oracular, prophetic, Pind., Aesch., etc.; μ. ἄναξ, i. e. Apollo, Eur.", "key": "mantei=os" }