μανικός
μανικός
μᾰνῐκός, ή, όν
μανία
of or for madness, mad, Ar.; μανικόν τι βλέπειν to look mad, Ar.
of persons, frenzied, frantic, Plat.:— mad, extravagant, Xen.: —adv., μανικῶς διακεῖσθαι Plat.
{ "content": "μανικός\n μᾰνῐκός, ή, όν\n μανία\n of or for madness, mad, Ar.; μανικόν τι βλέπειν to look mad, Ar.\n of persons, frenzied, frantic, Plat.:— mad, extravagant, Xen.: —adv., μανικῶς διακεῖσθαι Plat.", "key": "maniko/s" }