μανιάς
μανιάς
μᾰνιάς, άδος,
μανία
raging, frantic, mad, Soph.; with a neut. Subst., μανιάσιν λυσσήμασι with mad ravings, Eur.
{ "content": "μανιάς\n μᾰνιάς, άδος,\n μανία\n raging, frantic, mad, Soph.; with a neut. Subst., μανιάσιν λυσσήμασι with mad ravings, Eur.", "key": "mania/s" }