μαλακαίπους
μαλακαίπους
μᾰλᾰκαί-πους,
poetic for μαλακόπους,
soft-footed, treading softly, Theocr.
{ "content": "μαλακαίπους\n μᾰλᾰκαί-πους,\n poetic for μαλακόπους,\n soft-footed, treading softly, Theocr.", "key": "malakai/pous" }