Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μακρολογία
μακρολόγος
μακρόμαλλος
μακρόπνοος
μακροπορέω
μακροπορία
μακροπώγων
μακρός
μάκρος
μακροτένων
μακροτέρως
μακρότονος
μακροτράχηλος
μακροφάρυγξ
μακροφλυαρήτης
μακρόχειρ
μακρόχηλος
μάκρων
μάκτρα
μαλακαίπους
μαλακία
View word page
μακροτέρως
μακροτέρως comp. of μακρός beyond, further, Plat., etc.
ShortDef
beyond, further
Debugging
Headword:
μακροτέρως
Headword (normalized):
μακροτέρως
Headword (normalized/stripped):
μακροτερως
Intro Text:
μακροτέρως comp. of μακρός beyond, further, Plat., etc.
IDX:
20199
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20220
Key:
makrote/rws
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μακροτέρως\n comp. of μακρός\n beyond, further, Plat., etc.", "key": "makrote/rws" }