Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μακραίων
μακράν
μακραύχην
μακρηγορέω
μακρηγορία
μακρήγορος
μακρημερία
μακρόβιος
μακροβιότης
μακροβίοτος
μακρόγηρως
μακροδρόμος
μακρόθεν
μακροθυμέω
μακρόθυμος
μακροκέφαλος
μακροκομέω
μακρόκωλος
μακρολογέω
μακρολογία
μακρολόγος
View word page
μακρόγηρως
μακρόγηρως μακρό-γηρως, ων, very old, Anth.
ShortDef
very old
Debugging
Headword:
μακρόγηρως
Headword (normalized):
μακρόγηρως
Headword (normalized/stripped):
μακρογηρως
Intro Text:
μακρόγηρως μακρό-γηρως, ων, very old, Anth.
IDX:
20180
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20201
Key:
makro/ghrws
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μακρόγηρως\n μακρό-γηρως, ων,\n very old, Anth.", "key": "makro/ghrws" }