Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

μαίωτρα
μακαρία
μακαρίζω
μακάριος
μακαριότης
μακαρισμός
μακαριστός
μακαρίτης
μάκαρ
μακαρτός
μακεδνός
Μακεδονίζω
Μακεδονιστί
Μακεδών
μακέλη
μάκελλα
μάκελλον
Μακέτης
μακιστήρ
μακκοάω
μακραίων
View word page
μακεδνός
μακεδνός μᾰκεδνός, ή, όν = μηκεδανός, μακρός tall, taper, Od.

ShortDef

tall, taper

Debugging

Headword:
μακεδνός
Headword (normalized):
μακεδνός
Headword (normalized/stripped):
μακεδνος
IDX:
20160
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20181
Key:
makedno/s

Data

{'content': 'μακεδνός\n μᾰκεδνός, ή, όν\n = μηκεδανός, μακρός\n tall, taper, Od.', 'key': 'makedno/s'}