μακαριότης
μακαριότης
from μᾰκάριος (κᾰ)
μᾰκᾰριότης, ητος, ἡ,
happiness, bliss, Plat., Arist.;
{ "content": "μακαριότης\n from μᾰκάριος (κᾰ)\n μᾰκᾰριότης, ητος, ἡ,\n happiness, bliss, Plat., Arist.;", "key": "makario/ths" }