μαίευμα
μαίευμα
μαίευμα, ατος, τό,
the product of a midwifeʼs art, a delivery, σὸν μὲν παιδίον, ἐμὸν δὲ μαίευμα Plat.
from μαιεύομαι
{ "content": "μαίευμα\n μαίευμα, ατος, τό,\n the product of a midwifeʼs art, a delivery, σὸν μὲν παιδίον, ἐμὸν δὲ μαίευμα Plat.\n from μαιεύομαι", "key": "mai/euma" }