Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
μαγειρικός
μάγειρος
μάγευμα
μαγεύς
μαγεύω
μαγικός
Μάγνης
Μάγος
μαγοφόνια
μαδαρός
μαδάω
μᾶδδα
μᾶζα
μαζίσκη
μαζονόμος
μάθημα
μαθηματικός
μάθησις
μαθητέος
μαθητεύω
μαθητής
View word page
μαδάω
μαδάω μᾰδάω, fut. -ήσω to be flaccid: to be bald, Ar.
ShortDef
to be flaccid: to be bald
Debugging
Headword:
μαδάω
Headword (normalized):
μαδάω
Headword (normalized/stripped):
μαδαω
Intro Text:
μαδάω μᾰδάω, fut. -ήσω to be flaccid: to be bald, Ar.
IDX:
20107
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20127
Key:
mada/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "μαδάω\n μᾰδάω,\n fut. -ήσω\n to be flaccid: to be bald, Ar.", "key": "mada/w" }