Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λυσσομανής
λυσσόω
λυσσώδης
λυτέος
λυτήριος
λυτήρ
λυτικός
λυτός
λύτρον
λυτρόω
λύτρωσις
λυτρωτέος
λυτρωτής
λυχνεών
λυχνίον
λυχνίσκος
λυχνίς
λυχνίτης
λυχνοκαΐα
λυχνοποιός
λυχνόπολις
View word page
λύτρωσις
λύτρωσις λύτρωσις, ιος ransoming, Plut. redemption.
ShortDef
ransoming
Debugging
Headword:
λύτρωσις
Headword (normalized):
λύτρωσις
Headword (normalized/stripped):
λυτρωσις
IDX:
20047
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20067
Key:
lu/trwsis
Data
{'content': 'λύτρωσις\n λύτρωσις, ιος\n ransoming, Plut.\n redemption.', 'key': 'lu/trwsis'}