Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

λυσίφρων
λυσιῳδός
λυσσαίνω
λύσσα
λυσσάς
λυσσάω
λύσσημα
λυσσητήρ
λυσσητής
λυσσομανής
λυσσόω
λυσσώδης
λυτέος
λυτήριος
λυτήρ
λυτικός
λυτός
λύτρον
λυτρόω
λύτρωσις
λυτρωτέος
View word page
λυσσόω
λυσσόω λυσσόω, λύσσα to enrage, madden, Epic part. λυσσώων, Anth.

ShortDef

to enrage, madden

Debugging

Headword:
λυσσόω
Headword (normalized):
λυσσόω
Headword (normalized/stripped):
λυσσοω
IDX:
20038
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20058
Key:
lusso/w

Data

{'content': 'λυσσόω\n λυσσόω,\n λύσσα\n to enrage, madden, Epic part. λυσσώων, Anth.', 'key': 'lusso/w'}