Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λυσιπαίγμων
λυσίποθος
λυσίπονος
λύσις
λυσιτελέω
λυσιτελής
λυσιτελούντως
λυσιφλεβής
λυσίφρων
λυσιῳδός
λυσσαίνω
λύσσα
λυσσάς
λυσσάω
λύσσημα
λυσσητήρ
λυσσητής
λυσσομανής
λυσσόω
λυσσώδης
λυτέος
View word page
λυσσαίνω
λυσσαίνω λυσσαίνω, to rave, τινί against one, Soph.
ShortDef
to rave
Debugging
Headword:
λυσσαίνω
Headword (normalized):
λυσσαίνω
Headword (normalized/stripped):
λυσσαινω
Intro Text:
λυσσαίνω λυσσαίνω, to rave, τινί against one, Soph.
IDX:
20030
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20050
Key:
lussai/nw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "λυσσαίνω\n λυσσαίνω,\n to rave, τινί against one, Soph.", "key": "lussai/nw" }