λυσιμελής
λυσιμελής
λῡσι-μελής, ές
μέλος
limb-relaxing, of sleep, etc., Od., Hes., etc.
{ "content": "λυσιμελής\n λῡσι-μελής, ές\n μέλος\n limb-relaxing, of sleep, etc., Od., Hes., etc.", "key": "lusimelh/s" }