λυροποιικός
λυροποιικός
λῠροποιικός, ή, όν
= λυροποιητικός
ἡ -κή, sc. τέχνη, the art or craft of lyre-making, Plat.
from λῠροποιός
{ "content": "λυροποιικός\n λῠροποιικός, ή, όν\n = λυροποιητικός\n ἡ -κή, sc. τέχνη, the art or craft of lyre-making, Plat.\n from λῠροποιός", "key": "luropoiiko/s" }