Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λυκόω
λυκώδης
λυμαίνομαι
λυμαντήριος
λυμαντήρ
λυμαντής
λῦμα
λυμεών
λύμη
λυπέω
λύπημα
λύπη
λυπηρός
λυπητέος
λυπρόβιος
λυπρός
λυπρότης
λυπρόχωρος
λυραοιδός
λύρα
λυρίζω
View word page
λύπημα
λύπημα λυπέω pain, Soph.
ShortDef
pain
Debugging
Headword:
λύπημα
Headword (normalized):
λύπημα
Headword (normalized/stripped):
λυπημα
Intro Text:
λύπημα λυπέω pain, Soph.
IDX:
19989
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n20009
Key:
lu/phma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "λύπημα\n λυπέω\n pain, Soph.", "key": "lu/phma" }