Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

λυκέη
Λύκειον
λύκειος
λύκη
Λυκηγενής
Λυκία
Λυκιάρχης
λυκιδεύς
Λυκίηθεν
Λυκίηνδε
Λυκιοεργής
Λύκιοι
Λύκιος
λυκοθαρσής
λυκοκτόνος
λυκορραίστης
λύκος
λυκόφως
λυκόω
λυκώδης
λυμαίνομαι
View word page
Λυκιοεργής
Λυκιοεργής of Lycian workmanship, Hdt., Dem.

ShortDef

of Lycian workmanship

Debugging

Headword:
Λυκιοεργής
Headword (normalized):
λυκιοεργής
Headword (normalized/stripped):
λυκιοεργης
IDX:
19971
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19991
Key:
*lukioergh/s

Data

{'content': 'Λυκιοεργής\n of Lycian workmanship, Hdt., Dem.', 'key': '*lukioergh/s'}