λόχιος
λόχιος
λόχιος, α, ον
of or belonging to childbirth, λ. νοσήματα childbed, Eur.; ὠδίνων λοχίαις ἀνάγκαις Eur.
Λοχία, epith. of Artemis Εἰλείθυια, Eur.
λόχια, ων, τά, childbirth, Anth.
{ "content": "λόχιος\n λόχιος, α, ον\n of or belonging to childbirth, λ. νοσήματα childbed, Eur.; ὠδίνων λοχίαις ἀνάγκαις Eur.\n Λοχία, epith. of Artemis Εἰλείθυια, Eur.\n λόχια, ων, τά, childbirth, Anth.", "key": "lo/xios" }