λογοποιικός
λογοποιικός
λογοποιικός, ή, όν
of or like a λογοποιός: ἡ -κὴ τέχνη, λογογραφική, Plat.
{ "content": "λογοποιικός\n λογοποιικός, ή, όν\n of or like a λογοποιός: ἡ -κὴ τέχνη, λογογραφική, Plat.", "key": "logopoiiko/s" }