λογοποιία
λογοποιία
from λογοποιέω
λογοποιία, ἡ,
tale-telling, news-mongering, Theophr.
{ "content": "λογοποιία\n from λογοποιέω\n λογοποιία, ἡ,\n tale-telling, news-mongering, Theophr.", "key": "logopoii/a" }