Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

λιγύμυθος
λιγυπνείων
λιγύπνοιος
λιγυπτέρυγος
λιγυρός
λιγύς
Λίγυς
λιγύφθογγος
λιγύφωνος
λιθάζω
λίθαξ
λιθάς
λιθάω
λιθεία
λίθεος
λιθηλογής
λιθιάω
λιθίδιον
λίθινος
λιθόβλητος
λιθοβολέω
View word page
λίθαξ
λίθαξ λίθαξ (ῐ), ακος, λίθος stony, Od. as fem. Subst., = λίθος, a grave-stone, Anth.; of the pumice-stone, Anth.

ShortDef

stony

Debugging

Headword:
λίθαξ
Headword (normalized):
λίθαξ
Headword (normalized/stripped):
λιθαξ
IDX:
19661
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19681
Key:
li/qac

Data

{'content': 'λίθαξ\n λίθαξ (ῐ), ακος,\n λίθος\n stony, Od.\n as fem. Subst., = λίθος, a grave-stone, Anth.; of the pumice-stone, Anth.', 'key': 'li/qac'}