Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λευκόπηχυς
λευκόπους
λευκόπτερος
λευκόπωλος
λευκός
λευκόστικτος
λευκόσφυρος
λευκότριχος
λευκότροφος
λευκοφαής
λευκοφόρος
λεύκοφρυς
λευκοχίτων
λευκόχροος
λευκόχρως
λευκόω
λευκώλενος
λεύκωμα
λευρός
λεύσιμος
λευσμός
View word page
λευκοφόρος
λευκοφόρος λευκο-φόρος, ον φέρω white-robed, Anth.
ShortDef
white-robed
Debugging
Headword:
λευκοφόρος
Headword (normalized):
λευκοφόρος
Headword (normalized/stripped):
λευκοφορος
Intro Text:
λευκοφόρος λευκο-φόρος, ον φέρω white-robed, Anth.
IDX:
19516
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19536
Key:
leukofo/ros
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "λευκοφόρος\n λευκο-φόρος, ον\n φέρω\n white-robed, Anth.", "key": "leukofo/ros" }