Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λευκόλινον
λευκολόφας
λευκόλοφος
λευκόν
λευκοόπωρος
λευκοπάρειος
λευκόπετρον
λευκόπηχυς
λευκόπους
λευκόπτερος
λευκόπωλος
λευκός
λευκόστικτος
λευκόσφυρος
λευκότριχος
λευκότροφος
λευκοφαής
λευκοφόρος
λεύκοφρυς
λευκοχίτων
λευκόχροος
View word page
λευκόπωλος
λευκόπωλος λευκό-πωλος, ον with white horses, Trag.
ShortDef
with white horses
Debugging
Headword:
λευκόπωλος
Headword (normalized):
λευκόπωλος
Headword (normalized/stripped):
λευκοπωλος
Intro Text:
λευκόπωλος λευκό-πωλος, ον with white horses, Trag.
IDX:
19509
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19529
Key:
leuko/pwlos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "λευκόπωλος\n λευκό-πωλος, ον\n with white horses, Trag.", "key": "leuko/pwlos" }