λευκόπτερος
λευκόπτερος
λευκό-πτερος, ον
πτερόν
white-winged, of a ship, Eur.:—generally, white, Aesch., Eur.
{ "content": "λευκόπτερος\n λευκό-πτερος, ον\n πτερόν\n white-winged, of a ship, Eur.:—generally, white, Aesch., Eur.", "key": "leuko/pteros" }