Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

λατρεία
λάτρευμα
λατρεύω
λάτριος
λάτρις
λάτρον
λαυκανίη
λαύρα
Λαύρειον
Λαυριωτικός
λαφυγμός
λάφυρα
λαφυροπωλέω
λαφυροπώλης
λαφύσσω
λαφύστιος
λαχαίνω
λαχανηλόγος
λαχανισμός
λάχανον
λαχανόπτερος
View word page
λαφυγμός
λαφυγμός λᾰφυγμός, οῦ, ὁ, λαφύσσω gluttony, Ar.

ShortDef

gluttony

Debugging

Headword:
λαφυγμός
Headword (normalized):
λαφυγμός
Headword (normalized/stripped):
λαφυγμος
IDX:
19334
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19353
Key:
lafugmo/s

Data

{'content': 'λαφυγμός\n λᾰφυγμός, οῦ, ὁ,\n λαφύσσω\n gluttony, Ar.', 'key': 'lafugmo/s'}