ἀγκυλόω
ἀγκυλόω
ἀγκύλος
to crook, bend, τὴν χεῖρα: Pass., ὄνυχας ἠγκυλωμένος with crooked claws, Ar.
{ "content": "ἀγκυλόω\n ἀγκύλος\n to crook, bend, τὴν χεῖρα: Pass., ὄνυχας ἠγκυλωμένος with crooked claws, Ar.", "key": "a)gkulo/w" }