Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

κυδνός
κυδοιδοπάω
κυδοιμέω
κυδοιμός
κῦδος
κυδρός
Κυδώνιος
κυέω
Κύζικος
κύημα
κυηρός
κύησις
Κυθέρεια
Κύθηρα
Κυθήριος
Κυθηροδίκης
Κυθηρόθεν
κυΐσκομαι
κυκάω
κυκεών
κύκηθρον
View word page
κυηρός
κυηρός κυηρός, ά, όν pregnant, Hesych.

ShortDef

pregnant

Debugging

Headword:
κυηρός
Headword (normalized):
κυηρός
Headword (normalized/stripped):
κυηρος
IDX:
18879
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18898
Key:
kuhro/s

Data

{'content': 'κυηρός\n κυηρός, ά, όν\n pregnant, Hesych.', 'key': 'kuhro/s'}