Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κυάνεος
κυανοβλέφαρος
κυανοειδής
κυανόθριξ
κυανόπεζα
κυανόπεπλος
κυανοπρῴρειος
κυανόπρῳρος
κυανόπτερος
κύανος
κυανόστολος
κυάνοφρυς
κυανοχαίτης
κυανόχροος
κυανώπης
κυανῶπις
κυανωπός
κυβεία
κυβεῖον
Κυβέλη
κυβερνάω
View word page
κυανόστολος
κυανόστολος κυᾰνό-στολος, ον στολή dark-robed, Bion.
ShortDef
dark-robed
Debugging
Headword:
κυανόστολος
Headword (normalized):
κυανόστολος
Headword (normalized/stripped):
κυανοστολος
IDX:
18833
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18851
Key:
kuano/stolos
Data
{'content': 'κυανόστολος\n κυᾰνό-στολος, ον\n στολή\n dark-robed, Bion.', 'key': 'kuano/stolos'}