Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

κορύσσω
κορυστής
κορυφαία
κορυφαῖον
κορυφαῖος
κορυφή
κορυφόω
κορωνεκάβη
κορώνεως
κορώνη
κορωνιάω
κορωνίς
κορωνοβόλος
κορωνός
κοσκινηδόν
κοσκινόμαντις
κόσκινον
κοσκυλμάτια
κοσμέω
κόσμημα
κόσμησις
View word page
κορωνιάω
κορωνιάω κορωνιάω, fut. -άσω κορωνός to arch the neck, Anth.

ShortDef

to arch the neck

Debugging

Headword:
κορωνιάω
Headword (normalized):
κορωνιάω
Headword (normalized/stripped):
κορωνιαω
IDX:
18476
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18494
Key:
korwnia/w

Data

{'content': 'κορωνιάω\n κορωνιάω,\n fut. -άσω\n κορωνός\n to arch the neck, Anth.', 'key': 'korwnia/w'}