Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἄμοχθος
ἄμπαλος
ἄμ
ἀμπελάνθη
ἀμπελεών
ἀμπέλινος
ἀμπελίς
ἀμπελόεις
ἄμπελος
ἀμπελουργέω
ἀμπελουργός
ἀμπελοφύτωρ
ἀμπελών
ἀμπεχόνη
ἀμπέχω
ἀμπλακεῖν
ἀμπλάκημα
ἀμπυκάζω
ἀμπυκτήρ
ἄμπυξ
ἄμπωτις
View word page
ἀμπελουργός
ἀμπελουργός *ἔργω a vine-dresser, Ar., etc.

ShortDef

a vine-dresser

Debugging

Headword:
ἀμπελουργός
Headword (normalized):
ἀμπελουργός
Headword (normalized/stripped):
αμπελουργος
IDX:
1846
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1846
Key:
a)mpelourgo/s

Data

{'content': 'ἀμπελουργός\n *ἔργω\n a vine-dresser, Ar., etc.', 'key': 'a)mpelourgo/s'}