Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

κόμιστρον
κόμμα
κομματικός
κόμμι
κομμός
κομμόω
κομμωτής
κομμωτικός
κομμώτρια
κομπάζω
Κομπασεύς
κόμπασμα
κομπασμός
κομπαστής
κομπέω
κομπολακέω
κόμπος
κομπός
κομποφακελορρήμων
κομπώδης
κομψεία
View word page
Κομπασεύς
Κομπασεύς Com. word, one of the Κόμποσ- deme, a bragsman, Ar.

ShortDef

one of the Κόμπος-deme, Bragsman

Debugging

Headword:
Κομπασεύς
Headword (normalized):
κομπασεύς
Headword (normalized/stripped):
κομπασευς
IDX:
18366
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18384
Key:
*kompaseu/s

Data

{'content': 'Κομπασεύς\n Com. word, one of the Κόμποσ- deme, a bragsman, Ar.', 'key': '*kompaseu/s'}