Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κοίλωμα
κοιλώπης
κοιλωπός
κοιμάω
κοίμημα
κοίμησις
κοιμίζω
κοιμιστής
κοινανέω
κοινῇ
κοινοβουλέω
κοινόλεκτρος
κοινολεχής
κοινολογέομαι
κοινόπλοος
κοινόπους
κοινός
κοινότης
κοινότοκος
κοινοφιλής
κοινόφρων
View word page
κοινοβουλέω
κοινοβουλέω κοινο-βουλέω, βουλή to deliberate in common, Xen.
ShortDef
to deliberate in common
Debugging
Headword:
κοινοβουλέω
Headword (normalized):
κοινοβουλέω
Headword (normalized/stripped):
κοινοβουλεω
IDX:
18237
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18255
Key:
koinoboule/w
Data
{'content': 'κοινοβουλέω\n κοινο-βουλέω,\n βουλή\n to deliberate in common, Xen.', 'key': 'koinoboule/w'}