Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κναφεύω
κνάφος
κνάω
κνεφάζω
κνεφαῖος
κνέφας
κνήθω
κνηκός
κνήμαργος
κνήμη
κνημιδοφόρος
κνημίς
κνημός
κνησιάω
κνησίχρυσος
κνῆσμα
κνησμονή
κνησμός
κνῆστις
κνίδη
Κνίδιος
View word page
κνημιδοφόρος
κνημιδοφόρος κνημῑδο-φόρος, ον φέρω wearing greaves, Hdt.
ShortDef
wearing greaves
Debugging
Headword:
κνημιδοφόρος
Headword (normalized):
κνημιδοφόρος
Headword (normalized/stripped):
κνημιδοφορος
IDX:
18173
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18191
Key:
knhmidofo/ros
Data
{'content': 'κνημιδοφόρος\n κνημῑδο-φόρος, ον\n φέρω\n wearing greaves, Hdt.', 'key': 'knhmidofo/ros'}