Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κληροπαλής
κλῆρος
κληρουχέω
κληρουχία
κληρουχικός
κληροῦχος
κληρόω
κληρωτός
κλῆσις
κλῇσις
κλητέος
κλητεύω
κλητήρ
κλητός
κλήτωρ
κλιμάκιον
κλιμακτήρ
κλῖμαξ
κλίμα
κλίνειος
κλίνη
View word page
κλητέος
κλητέος κλητέος, α, ον verb. adj. of καλέω to be called, named, Plat. κλητέον, one must call, Plat.
ShortDef
to be called, named
Debugging
Headword:
κλητέος
Headword (normalized):
κλητέος
Headword (normalized/stripped):
κλητεος
IDX:
18085
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n18103
Key:
klhte/os
Data
{'content': 'κλητέος\n κλητέος, α, ον\n verb. adj. of καλέω\n to be called, named, Plat.\n κλητέον, one must call, Plat.', 'key': 'klhte/os'}